Προληπτική ΠΦΥ στο Φαρμακείο: Εμβολιαστική Κάλυψη

Medical.

Σύμφωνα με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας (ΠΦΥ) «είναι η φροντίδα υγείας που παρέχεται στα πλαίσια της κοινότητας, συνήθως από οικογενειακούς ιατρούς, νοσηλευτές/νοσηλεύτριες και άλλους επαγγελματίες υγείας. Πρέπει να είναι καθολικά προσβάσιμη  σε άτομα και οικογένειες, με αποδεκτά από αυτούς μέσα, με την πλήρη συμμετοχή τους, και με λογικό κόστος για την κοινότητα και τη χώρα». Είναι αυτονόητο, επομένως, από τον ίδιο τον ορισμό της ΠΦΥ, ότι η ποιοτική παροχή της είναι διεπιστημονική και όχι καθαρά ιατρική υπόθεση.

Τούτου λεχθέντος, όταν καλούμαστε να περιγράψουμε υπηρεσίες ΠΦΥ του φαρμακείου, συνήθως επικαλούμαστε δράσεις που απευθύνονται σε ανθρώπους που ήδη νοσούν· ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η φαρμακευτική φροντίδα των ήπιων νοσημάτων με την χρήση ΜΗΣΥΦΑ. Ωστόσο, αναπόσπαστο τμήμα της ΠΦΥ είναι και η πρόληψη. Ειδικότερα, μια από τις πιο αποτελεσματικές και αποδοτικές μορφές πρόληψης είναι οι εμβολιασμοί.

Οι εμβολιασμοί σώζουν 2-3 εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές κάθε χρόνο και θεωρούνται, μαζί με την πρόσβαση σε καθαρό νερό και τα αντιβιοτικά, οι ανθρώπινες παρεμβάσεις με την πιο δραματική επίπτωση στο προσδόκιμο επιβίωσης. Παράλληλα, επιδεικνύουν αξιοζήλευτη οικονομική αποδοτικότητα: σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιευμένη έρευνα σε 94 χώρες χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων, κάθε δολάριο που επενδύεται στους παιδικούς εμβολιασμούς οδηγεί σε οικονομικό όφελος 44 δολαρίων.1

Έχοντας θεμελιώσει μέχρι στιγμής ότι η ΠΦΥ είναι διεπιστημονική υπόθεση και ότι οι εμβολιασμοί συνιστούν ένα ιδιαίτερα πολύτιμο μέρος αυτής, μπορούμε πλέον να αναρωτηθούμε: Έχει ρόλο ο φαρμακοποιός στην εμβολιαστική κάλυψη του πληθυσμού;

Ας δούμε τι λένε τα δεδομένα. Αντλώντας στοιχεία από την σχετική αναφορά της Παγκόσμιας Φαρμακευτικής Ομοσπονδίας (FIP) που δημοσιεύτηκε το 2016,2 διαπιστώνουμε καταρχήν ότι σε τουλάχιστον 45 χώρες, 1 δισεκατομμύριο πολίτες έχουν πρόσβαση σε 193 χιλιάδες κοινοτικά φαρμακεία που παρέχουν υπηρεσίες σχετικές με τους εμβολιασμούς, τόσο έμμεσες όσο και άμεσες.

Οι έμμεσες υπηρεσίες αφορούν στην παροχή πληροφοριών και συμβουλευτικής, στην διανομή ενημερωτικών φυλλαδίων, στην ενεργό συμμετοχή σε διεπιστημονικές καμπάνιες εμβολιασμού, στην αναγνώριση και παροχή συμβουλών σε ασθενείς που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες, στην τήρηση μητρώου εμβολιασμού και παροχή υπενθυμίσεων στους ασθενείς και, τέλος, στην συμμετοχή στις αρμόδιες επιτροπές εμβολιασμού.

Οι άμεσες υπηρεσίες αφορούν στη διενέργεια των εμβολιασμών καθαυτών, και τα ευρήματα της έρευνας είναι εξίσου εντυπωσιακά: 20 από τις 45 χώρες επιτρέπουν την διενέργεια εμβολιασμών μέσα στα φαρμακεία· σε 13 εξ αυτών, εκ των οποίων και αρκετές Ευρωπαϊκές (Δανία, Ισλανδία, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ηνωμένο Βασίλειο) από τους ίδιους τους φαρμακοποιούς.

Στην χώρα μας το τρέχον νομοθετικό πλαίσιο δεν επιτρέπει την διενέργεια εμβολιασμών από τον φαρμακοποιό. Εντούτοις, επιτρέπει την παροχή των έμμεσων υπηρεσιών προώθησης των εμβολιασμών. Για την ακρίβεια, αυτού του είδους οι δραστηριότητες δεν επιτρέπονται απλώς, αλλά ανήκουν στον πυρήνα των βασικών επαγγελματικών δικαιωμάτων του επιστήμονα φαρμακοποιού, όπως περιγράφονται στο Προεδρικό Διάταγμα 51/2017 (ΦΕΚ 82/Α/9-6-2017), με το οποίο ενσωματώθηκε η Ευρωπαϊκή Οδηγία 2013/55/ΕΕ στην ελληνική νομοθεσία.

Ποιες δράσεις, επομένως, μπορεί να αναλάβει άμεσα ο κοινοτικός φαρμακοποιός στην Ελλάδα;

Κατά την άποψη του γράφοντος, το μέγιστο όφελος για τη Δημόσια Υγεία θα εξασφαλιστεί με την συμμετοχή στις εξής δράσεις:

  1. Προώθηση του αντιγριπικού εμβολιασμού. Ενημερώνοντας τους ασθενείς του που ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου, ο φαρμακοποιός της κοινότητας βρίσκεται σε καίρια θέση να συμβάλλει στην προσέγγιση του στόχου το 75% που έχει τεθεί από την Ε.Ε. (σήμερα βρισκόμαστε κοντά στο 40%).
  2. Αντιμετώπιση του επιδημικού ξεσπάσματος ιλαράς. Σύμφωνα με το ΚΕΕΛΠΝΟ, σημαντικός αριθμός κρουσμάτων ιλαράς εκδηλώθηκε στην ηλικιακή ομάδα 25-44 ετών, μεταξύ ατόμων που ήταν ανεμβολίαστοι ή ατελώς εμβολιασμένοι. Ο φαρμακοποιός της κοινότητας, εκτός από τον κρίσιμο ρόλο που διαδραματίζει στην κάλυψη των αναγκών σε εμβόλια, βρίσκεται σε προνομιακή θέση να ενημερώσει τον ενήλικο πληθυσμό και ιδίως όσους είναι γεννημένοι μετά το 1970, ότι πρέπει να έχουν συμπληρώσει 2 δόσεις του εμβολίου για την ιλαρά συνολικά.
  3. Αντιτετανικός εμβολιασμός. Πολύ σημαντικός ο ρόλος του εμβολιασμού στην αντιτετανική κάλυψη των ενηλίκων. Σημαντικό ποσοστό του ενήλικου πληθυσμού της χώρας δεν τηρεί τις αναμνηστικές δόσεις του τετάνου, ενώ οι γυναίκες συνήθως δεν εμβολιάζονται ξανά μετά την παιδική ηλικία (οι άνδρες κάνουν τουλάχιστον μία δόση στην ενήλικη ζωή, στη αρχή της στρατιωτικής τους θητείας). Επιπρόσθετα, μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στον αντικοκκυτικό εμβολιασμό των ενηλίκων γενικά και των εγκύων ειδικότερα: Καθώς η σύσταση για τον εμβολιασμό των εγκύων στο τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης τους έναντι του κοκκύτη συμπεριλήφθηκε μόλις το 2015 στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών Ενηλίκων, η κάλυψη σε αυτό το κομμάτι του πληθυσμού χωλαίνει.
  4. Λοιποί εμβολιασμοί υγειών ενηλίκων. Σύμφωνα με το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών Ενηλίκων 2017, όλοι οι ενήλικες κάτοικοι της χώρας θα πρέπει να είναι εμβολιασμένοι επιπλέον για ηπατίτιδα Β (3 δόσεις) και ανεμευλογιά (2 δόσεις), εκτός από ιλαρά-παρωτίτιδα-ερυθρά και τέτανο-διφθερίτιδα-κοκκύτη.
  5. Λοιποί εμβολιασμοί ασθενών και ευπαθών ομάδων.
  • Πνευμονιόκοκκος. Όλοι οι ενήλικες άνω των 65 ετών πρέπει να εμβολιάζονται με μία δόση 13-δύναμου συζευγμένου εμβολίου (PCV13) ακολουθούμενη από μία δόση 23-δύναμου πολυσακχαριδικού (PPSV23) τουλάχιστον έναν χρόνο μετά. Το δεύτερο δεν επαναλαμβάνεται πλέον ανά πενταετία, όπως ίσχυε παλιότερα.
    Οι χρόνιοι ασθενείς (ΧΑΠ, άσθμα, διαβήτης, καρδιαγγειακή νόσος, κ.α.) που δεν έχουν φτάσει ακόμα τα 65 έτη, εμβολιάζονται με μία δόση 23-δύναμου πολυσακχαριδικού (PPSV23). Μετά τα 65 θα κάνουν μία δόση PCV13 και θα ακολουθήσει άλλη μία δόση PPSV23 τουλάχιστον έναν χρόνο μετά το PCV13 και 5 χρόνια μετά την προηγούμενη δόση PPSV
    Ειδικά για τους ανοσοκατεσταλμένους, προβλέπεται εμβολιασμός και με τα δύο εμβόλια πριν τα 65 έτη, με μεσοδιάστημα τουλάχιστον 2 μηνών και πρώτο το PCV13. Ακολουθεί και δεύτερη δόση PPSV23 5 χρόνια μετά την πρώτη.
  • Έρπης ζωστήρας. Ο έρπης ζωστήρας προκαλείται από τον ιό της ανεμευλογιάς (Varicella Zoster Virus). Μετά τη νόσηση από ανεμευλογιά, ο ιός παραμένει σε λανθάνουσα κατάσταση στον οργανισμό εφ όρου ζωής, «κρυμμένος» στα γάγγλια του τριδύμου και της ραχιαίας ρίζας, για να επανεργοποιηθεί κάποια στιγμή είτε τυχαία είτε μετά από κάποιο γεγονός που θα προκαλέσει εξασθένιση του ανοσοποιητικού. Εμφανίζεται συχνότερα μετά την ηλικία των 60 ετών. Σύμφωνα με τις τρέχουσες οδηγίες, συνιστάται ο εμβολιασμός όλων των ενηλίκων ηλικίας 60 ετών και άνω με μία δόση, ανεξάρτητα από το αν έχουν εμφανίσει ήδη επεισόδιο έρπητα ζωστήρα ή αν δεν θυμούνται ότι έχουν νοσήσει από ανεμευλογιά στο παρελθόν. Καθότι πρόκειται για «ζωντανό» εμβόλιο, αντενδείκνυται σε σοβαρή ανοσοκαταστολή, ενώ άτομα που πρόκειται να λάβουν ανοσοκατασταλτική φαρμακευτική αγωγή πρέπει να εμβολιαστούν τουλάχιστον ένα μήνα πριν την έναρξή της.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο τεύχος 735 του Φαρμακευτικού Δελτίου (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2017)

ΑΝΑΦΟΡΕΣ

  1. Ozawa, S. Clark, A. Portnoy, S. Grewal, L. Brenzel, D. G. Walker. Return On Investment From Childhood Immunization In Low- And Middle-Income Countries, 2011-20. Health Affairs, 2016; 35 (2): 199 DOI: 10.1377/hlthaff.2015.1086
  2. International Pharmaceutical  Federation  (FIP).  An  overview  of  current  pharmacy impact on immunisation   A global report 2016. The Hague:  International Pharmaceutical Federation; 2016.

 

Advertisements