Ανύπαρκτη η θέση του κλινικού φαρμακοποιού στο δημόσιο

Πρώτη δημοσίευση: ιατροnet

Γράφει: Καραγιαννοπούλου Δέσποινα
Επιχειρηματικό Ρεπορτάζ Υγείας

Η ακατάλληλη χρήση των φαρμάκων, συνταγογραφούμενων και μη, είναι ένα πρόβλημα που επηρεάζει ολόκληρο τον πλανήτη, υπογραμμίζει στο Ιatronet, o Διαμαντής Κλημεντίδης, κλινικός φαρμακοποιός, υπεύθυνος του νοσοκομειακού φαρμακείου στην Ψυχιατρική Κλινική «Αγία Αικατερίνη» στη Θεσσαλονίκη, τονίζοντας ότι στην Ελλάδα τα πράγματα είναι ακόμη πιο άσχημα. Διότι, όπως αναφέρει, δεν έχει θεσμοθετηθεί οργανική θέση κλινικού φαρμακοποιού σε δημόσιο νοσοκομείο, ενώ είναι λιγοστοί εκείνοι που εργάζονται ως κλινικοί φαρμακοποιοί στον ιδιωτικό τομέα.

Στο πλαίσιο του τεράστιου αυτού προβλήματος, ο ίδιος μας ανέφερε τα εξής:

«Η χορήγηση φαρμάκων είναι η πιο συνήθης ιατρική παρέμβαση προς την αποκατάσταση της υγείας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, υπολογίζεται ότι τα δύο τρίτα του πληθυσμού λαμβάνουν τουλάχιστον ένα συνταγογραφούμενο φάρμακο κατά τη διάρκεια του έτους. Παράλληλα, σύμφωνα με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, η ακατάλληλη χρήση των φαρμάκων, συνταγογραφούμενων και μη, είναι ένα πρόβλημα που επηρεάζει ολόκληρο τον πλανήτη· πάνω από το 50% του συνόλου των φαρμάκων συνταγογραφούνται, διατίθενται από τα φαρμακεία, ή πωλούνται με ακατάλληλο τρόπο, ενώ τουλάχιστον οι μισοί ασθενείς δεν τα λαμβάνουν όπως πρέπει.

Τι συνιστά, όμως, «ακατάλληλη» χρήση φαρμάκων; Σε γενικές γραμμές, ως τέτοια ορίζεται η υπερβολική, υποθεραπευτική ή και εντελώς λανθασμένη χρήση των φαρμάκων, με δυσμενείς συνέπειες τόσο για την υγεία, όσο και για την οικονομία. Συνηθισμένα παραδείγματα ακατάλληλης χρήσης φαρμάκων είναι η συνταγογράφηση σε ασυμφωνία με τις κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες ή εκτός ενδείξεων, και η πολυφαρμακία. Η τελευταία, μάλιστα, που ορίζεται ως η λήψη περισσότερων φαρμάκων από αυτά που είναι απαραίτητα, συχνά οφείλεται στον λεγόμενο «συνταγογραφικό καταρράκτη»· όταν δηλαδή δεύτερα φάρμακα χορηγούνται για να αντιμετωπίσουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες των πρώτων — τρανταχτό παράδειγμα θεραπευτικής αστοχίας. Ευθύνη, όμως, φέρουν και οι λήπτες των φαρμάκων, που αφενός δεν συμμορφώνονται πάντα με τις οδηγίες χρήσης και αφετέρου, κάνουν πλημμελή ή απερίσκεπτη χρήση των διαθέσιμων μέσων αυτοθεραπείας. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα πρόβλημα με πολλά πρόσωπα και προεκτάσεις.

Για να αντιμετωπίσουν αυτό το σοβαρό πρόβλημα, τα περισσότερα υγειονομικά προηγμένα κράτη έχουν ενσωματώσει την ειδικότητα του κλινικού φαρμακοποιού στις θεραπευτικές ομάδες, από τα νοσοκομεία μέχρι και τις δομές της κοινότητας. Η Κλινική Φαρμακευτική, που αποτελεί μεταπτυχιακή εξειδίκευση της Φαρμακευτικής, έχει ως αποστολή την εξασφάλιση της ορθολογικής, ασφαλούς, αποτελεσματικής και οικονομικής χρήσης των φαρμάκων. Οι κλινικοί φαρμακοποιοί συνεργάζονται στενά με τους ιατρούς και τους υπόλοιπους επαγγελματίες υγείας και φροντίζουν ώστε ο κάθε ασθενής να λαμβάνει το σωστό φάρμακο, για τον σωστό λόγο, στη σωστή δόση και για το σωστό χρονικό διάστημα. Η επιτυχία των παρεμβάσεών τους είναι αδιαμφισβήτητη κρίνοντας από τη βιβλιογραφία, ενώ σύγχρονα συστήματα υγείας που εκτιμούν δείκτες ποιότητας, όπως το βρετανικό NHS, επενδύουν συνεχώς στην επέκταση των κλινικών υπηρεσιών από φαρμακοποιούς.

Παρόλ’ αυτά, στην Ελλάδα, δεν έχει θεσμοθετηθεί οργανική θέση κλινικού φαρμακοποιού σε δημόσιο νοσοκομείο, ενώ είναι λιγοστοί εκείνοι που εργάζονται ως κλινικοί φαρμακοποιοί στον ιδιωτικό τομέα. Υπάρχουν, αλλά παραμένουν ―παραμένουμε― αναξιοποίητοι, με αποτέλεσμα άλλες ειδικότητες (για παράδειγμα, ανειδίκευτοι φαρμακοποιοί ή ιατροί) να αναλαμβάνουν το φορτίο που όχι μόνο δεν τους αναλογεί, αλλά κυρίως δεν διαθέτουν τον εξοπλισμό για να το διαχειριστούν. Στον παρονομαστή του κλάσματος βρίσκονται όπως πάντα ανήσυχοι πολίτες ― όλοι εμείς».